επισκοπικός

επισκοπικός
επισκοπικός , -ή, -ό
епископский:

επισκοπικός θρόνος — епископский трон


Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко). 2013.

Смотреть что такое "επισκοπικός" в других словарях:

  • επισκοπικός — ή, ό (AM ἐπισκοπικός, ή, όν) [επίσκοπος] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον επίσκοπο ή στην επισκοπή (α. «επισκοπικό αξίωμα» β. «επισκοπικό δικαστήριο») 2. το ουδ. ως ουσ. το επισκοπικό ο επισκοπικός θρόνος, το δεσποτικό …   Dictionary of Greek

  • επισκοπικός, -ή — ό 1. που ανήκει ή αναφέρεται στον επίσκοπο ή την επισκοπή, αρχιερατικός, δεσποτικός: Επισκοπικά άμφια. 2. το ουδ. ως ουσ., επισκοπικό ο επισκοπικός θρόνος, το δεσποτικό …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δεσποτικός ή επισκοπικός θρόνος — Ο θρόνος που βρίσκεται στο εσωτερικό του κυρίως ναού, στο δεξιό μέρος του. Ονομάζεται και καθέδρα. Κατά τους βυζαντινούς χρόνους, στη θέση αυτή καθόταν ο αυτοκράτορας. Ο πατριάρχης είχε άλλο θρόνο, απέναντι από αυτόν του αυτοκράτορα. Μετά την… …   Dictionary of Greek

  • ἐπισκοπικῶν — ἐπισκοπικός episcopal fem gen pl ἐπισκοπικός episcopal masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπισκοπικόν — ἐπισκοπικός episcopal masc acc sg ἐπισκοπικός episcopal neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπισκοπικοῖς — ἐπισκοπικός episcopal masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπισκοπικοῦ — ἐπισκοπικός episcopal masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπισκοπικούς — ἐπισκοπικός episcopal masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπισκοπικῆς — ἐπισκοπικός episcopal fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπισκοπικήν — ἐπισκοπικός episcopal fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπισκοπικῶς — ἐπισκοπικός episcopal adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»